ἐρόεις

ἐρόεις, εσσα, εν, ([etym.] ἔρος) poet.,
A lovely, charming,

Ἁλίη Hes.Th.245

, cf. h.Ven.263,h.Merc.31 ;

βῶμος Sapph.54

, cf. Ar.Av.246(lyr.);

Νημερτής Emp.122.4

;

Ἑλένης τύπος APl.4.149

(Arab.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερόεις — ἐρόεις, εσσα, εν, (ποιητ. τ.) (Α) [έρος] αξιέραστος, γεμάτος έρωτα, θελκτικός, γοητευτικός («χαῑρε, φωνὴ ἐρόεσσα» Ύμν. εις Ερμ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐρόεις — lovely masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρόεν — ἐρόεις lovely masc voc sg ἐρόεις lovely neut nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρόεντα — ἐρόεις lovely neut nom/voc/acc pl ἐρόεις lovely masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐροέντων — ἐρόεις lovely masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐροέσσης — ἐρόεις lovely fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρόεντας — ἐρόεις lovely masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρόεντος — ἐρόεις lovely masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρόεσσα — ἐρόεις lovely fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρόεσσαν — ἐρόεις lovely fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρόεσσ' — ἐρόεσσα , ἐρόεις lovely fem nom/voc sg ἐρόεσσαι , ἐρόεις lovely fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.